
Η ευαισθητοποίηση σχετικά με την παιδική κακοποίηση δεν είναι σήμερα αυτή που θα έπρεπε να είναι. Η κλινική εμπειρία που έχει επιβεβαιωθεί και από πρόσφατες εκτεταμένες έρευνες φανερώνει ότι η παιδική κακοποίηση είναι η κυρία αιτία του άγχους και των διαφόρων άλλων ψυχολογικών και συναισθηματικών προβλημάτων που παρουσιάζουν οι ενήλικες.
Με τη λέξη κακοποίηση εννοούμε τόσο τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση όσο και τη συναισθηματική & ψυχολογική κακοποίηση η οποία περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενο εξευτελισμό, ταπείνωση και γελοιοποίηση του παιδιού. Η παιδική κακοποίηση δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο, μια συνεχόμενη και αδιάσπαστη αλυσίδα σωματικής και ψυχολογικής βίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι άτομα που κακοποιήθηκαν κατά την παιδική τους ηλικία, έχουν συχνά την τάση να κακοποιούν τα δικά τους παιδιά με κάποιο τρόπο. Έχει επίσης διαπιστωθεί ότι η παιδική ηλικία πολλών βίαιων κακοποιών χαρακτηρίζεται από βίαιη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση.
Η Άλις Μίλερ μελέτησε ιδιαίτερα την παιδική ηλικία των μαζικών δολοφόνων . Από τα ευρήματά της φάνηκε ότι ένα παιδί που μεγαλώνει με πραγματική αποδοχή και σεβασμό των συναισθημάτων και των αναγκών του από τους γονείς του, ως ισότιμο πρόσωπο και όχι ως αντικείμενο προς διόρθωση ή εκμετάλλευση, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να μετατραπεί σε στυγνό εγκληματία. Για παράδειγμα, ο Αδόλφος Χίτλερ δέχτηκε τεράστια βία ως παιδί και δεν μπορούσε φυσικά να προασπίσει την αξιοπρέπειά του, αλλά και ως ενήλικας παρέμεινε πειθήνιος. Φοβόταν και τιμούσε τον πατέρα του όλη του τη ζωή, υπέφερε από εφιάλτες και το ασυνείδητο μίσος του κατευθυνόταν εναντίον των Εβραίων και των κατά το ήμισυ Εβραίων, όπως ήταν ο πατέρας του, ο οποίος ντρεπόταν για την καταγωγή του. Μέσα από την έρευνά της στα παιδικά χρόνια πολλών από τους δικτάτορες του 20ού αιώνα, όπως ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Μάο, ο Τσαουσέσκου, ανακάλυψε ότι ήταν παιδιά που είχαν υποστεί ανελέητη βία από τους γονείς τους. Έμαθαν από πολύ νωρίς να δοξάζουν τη σκληρότητα και να μπορούν να τη δικαιολογούν μέσα τους.
Ακόμα πολλοί από τους πελάτες που βρίσκονται σε θεραπεία δεν θυμούνται καν ότι έχουν κακοποιηθεί ως παιδιά καθώς συχνά η κακοποίηση είναι εντός των πυλών και η συντριβή που δοκίμασαν τότε ήταν δυσανάλογα επώδυνη σε σχέση με την αντοχή τους. Έτσι αναγκάστηκαν να την απωθήσουν στο ασυνείδητο για να μπορέσουν να επιβιώσουν.
Ποια είναι λοιπόν η Αλις Μίλερ?
Miller Alice
(1923 – 2010)
Γεννήθηκε στην Πολωνία. Μεγάλωσε στην Ελβετία όπου σπούδασε φιλοσοφία, ψυχολογία και κοινωνιολογία. Μετά τη διδακτορική διατριβή της εκπαιδεύτηκε στη Ζυρίχη ως ψυχαναλύτρια και, για 20 χρόνια, εξάσκησε αυτό το επάγγελμα ενώ παράλληλα δίδασκε. Το 1980 αποφάσισε να σταματήσει την ψυχαναλυτική και διδακτική πρακτική και να ασχοληθεί με τη συγγραφή βιβλίων. Από τότε έχει δημοσιεύσει 12 βιβλία & πολυάριθμα άρθρα, στα οποία φανερώνει τα αποτελέσματα των ερευνών της όσον αφορά τις αιτίες και τις συνέπειες των τραυμάτων της παιδικής ηλικίας. Το έργο της έχει κερδίσει διεθνή αναγνώριση.
Η ανάλυσή της αντλεί από τη θεωρητική παράδοση της Βρετανικής σχολής ψυχανάλυσης (middle or independent group) και έχει επηρεαστεί κυρίως από το έργο του Winnicott. (ιδιαίτερα σχετικά με τη διάκριση του αληθινού και του ψευδή εαυτού). Αποφεύγει ωστόσο πέρα από εξαιρέσεις τη χρήση εξειδικευμένης ψυχαναλυτικής ορολογίας. Οι απόψεις της στηρίζονται σε μερικές από τις πιο βασικές ψυχαναλυτικές (φροϋδικές) ιδέες: Αν το ασυνείδητο γίνει συνειδητό τότε οι ασθένειες που οφείλονται σε καταπιεσμένες ανάγκες θα αναχαιτιστούν. Οι ρίζες της ζωής ενός ατόμου βρίσκονται στην παιδική ηλικία και οι εμπειρίες μας διαμορφώνουν την προσωπικότητά μας.
Από τη δική της εμπειρία σαν ψυχαναλύτρια προσθέτει ότι όταν τα παιδιά που τους αρνήθηκαν τις επιθυμίες τους στην παιδική ηλικία (πχ. να ακουστούν, να γίνονται σεβαστά) μεγαλώσουν και κάνουν παιδιά, μπορούν να απαλλαγούν από τον πόνο προκαλώντας πόνο στα δικά τους παιδιά. (φαύλος κύκλος περιφρόνησης). Η μεταβίβαση επομένως αυτών των καταστροφικών τάσεων από τη μια γενιά στην άλλη μοιάζει με αλυσιδωτή αντίδραση. Στα βιβλία της ασχολείται κυρίως με τους κρυφούς χειρισμούς των γονέων κατά τη διάρκεια της ανατροφής των παιδιών τους, τις συνέπειες της απώθησης αυτών των τραυμάτων σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο, τις διάφορες στρατηγικές προφύλαξης ενάντια στα τραύματα της παιδικής ηλικίας & τις σύγχρονες δυνατότητες ανάλυσης των συνεπειών των παιδικών τραυμάτων.
Το όνομα της Alice Miller έχει συνδεθεί επομένως με τη μελέτη του ψυχικού τραύματος κατά την παιδική ηλικία και των συνεπειών στην ενήλικη ζωή. Μέσα από το έργο της μπορούμε να δούμε τη λεπτή γραμμή που συνδέει τις εμφανείς μορφές της ενδοοικογενειακής βίας (πχ. σεξουαλική & σωματική κακοποίηση) με λιγότερο βίαιες μορφές επιβολής (πχ. χειραγώγηση του παιδιού), που έχουν ως στόχο να καλύπτει το παιδί τις ανάγκες και τις ελλείψεις των γονέων του. Ανιχνεύει την επίδραση τραυματικών καταστάσεων στην ψυχοσύνθεση και τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στη λειτουργία του σώματος ως φορέα μνήμης του τραύματος. Τοποθετεί στο μικροσκόπιο και την ψυχοθεραπευτική δραστηριότητα καταθέτοντας τις σκέψεις της γύρω από αυτή καθώς και την πιθανότητα διεύρυνσης της ενσυναίσθησης.
Ανάμεσα στα πιο γνωστά βιβλία της ανήκουν «Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας», «Το ξύπνημα της Εύας», «Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ» & η «Απαγορευμένη γνώση».
«Το δράμα του προικισμένου παιδιού ή αλλιώς οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας».
Ως φαίνεται, οι μεγάλες ζημιές γίνονται μέσα μας κατά την παιδική ηλικία. Οι παιδικές εμπειρίες δεν ξεχνιούνται εύκολα αλλά μένουν κρυμμένες στο υποσυνείδητο και με την πρώτη ευκαιρία εκφράζονται με ποικίλους τρόπους.
«Το «προικισμένο παιδί» είναι κάθε παιδί που επέζησε από την κακομεταχείριση κατά την παιδική ηλικία - χάρη στην ικανότητα μας να προσαρμοζόμαστε ακόμα και σε συνθήκες ανείπωτης σκληρότητας- παύοντας ν αντιδρούμε και να νιώθουμε…» (Miller, 2003, σ. 15). Οι γονείς ανατρέφουν τα παιδιά τους χρησιμοποιώντας βάναυσες μεθόδους, χωρίς πολλές φορές να το αντιλαμβάνονται. Υπάρχουν παιδιά που μπορούν να νιώσουν και να απαλύνουν τη συναισθηματική ανασφάλεια των γονέων τους και έτσι να κερδίσουν την αγάπη τους που έχουν τόσο πολύ ανάγκη αφού αρνηθούν όμως παράλληλα τις δικές τους επιθυμίες, θυσιάζοντας τον «αληθινό» τους εαυτό.
Μια συνηθισμένη ιστορία παιδικής ηλικίας, που καταλήγει να διαμορφώσει έναν ενήλικα γεμάτο άγχος, με βαθιά αισθήματα ενοχής και ντροπής, σκιαγραφείται κάπως έτσι:
Αρχικά, υπάρχει μια μητέρα συναισθηματικά ανασφαλής που κρύβει την έλλειψη αυτοπεποίθησης πίσω από ένα αυταρχικό, κάποτε και δεσποτικό, προσωπείο. Αυτού του τύπου η μητέρα στηρίζεται στο παιδί, αναζητώντας στη συμπεριφορά του την ισορροπία της. Διαισθητικά το παιδί αντιλαμβάνεται αυτήν την ανάγκη και προσαρμόζεται, εξασφαλίζοντας την αγάπη της. Ένα παιδί έχει ανάγκη να το σέβονται και να το συμπαθούν. Αν αυτή η ανάγκη δεν μπορέσει να καλυφθεί, τότε προκύπτει ένα άτομο ανίκανο να βιώσει συνειδητά ορισμένα συναισθήματα, όπως η ζήλια, ο φθόνος, ο θυμός ή και η μοναξιά. Πρόκειται, κατά κανόνα, για ζωντανά και ευαίσθητα παιδιά, που αναπτύσσουν την τέχνη, να μη βιώνουν όσα τους συνταράσσουν. Για να μη χάσουν την προσοχή και την αγάπη της μητέρας τους, τα απωθούν και αυτά αποθηκεύονται σαν πληροφορίες, έτοιμες, με αφορμή ένα απρόσμενο γεγονός, να ενεργοποιηθούν. Οδυνηρό είναι το αίσθημα εγκατάλειψης, που αναπτύσσεται, όταν αδυνατεί να επικοινωνήσει με τη μητέρα του, όχι γιατί είναι απούσα, αλλά γιατί η ίδια δεν είναι σε θέση να συλλάβει τα μηνύματά του. Ως ενήλικας, το παιδί προσπαθεί να ικανοποιήσει τα παλαιά και απωθημένα αισθήματα εγκατάλειψης, εκδηλώνοντάς τα ως διαστρεβλωμένες πλέον ανάγκες. Όλοι, πάντως, οι αμυντικοί μηχανισμοί συνοδεύονται από την απώθηση της αρχικής κατάστασης. Συχνά οι μητέρες αγαπούν τα παιδιά τους παθιασμένα, όχι όμως με τον τρόπο που αυτά έχουν ανάγκη. Κατά κάποιο τρόπο, η γονική σχέση καταλήγει χρησιμοθηρική. Το παιδί, σαν κτήμα στη διάθεση των γονιών, αντανακλά τις δικές τους προσδοκίες και ανάγκες. Σε έναν ασθενή, που πάσχει από κατάθλιψη, οι ψυχοθεραπευτές διαγιγνώσκουν τον άνθρωπο, που έχασε τον εαυτό του στην παιδική ηλικία.
Απόψεις για την ανάπτυξη
Από τις πρώτες μέρες της ζωής του το παιδί έχει μια πρωταρχική ανάγκη να το αναγνωρίζουν και να το σέβονται γι αυτό που πραγματικά είναι κάθε συγκεκριμένη στιγμή. (αναφέρεται στα συναισθήματα και τις αισθητηριακές αντιλήψεις του παιδιού καθώς και στον τρόπο που εκφράζονται από τη γέννηση και έπειτα).
«Αν το παιδί έχει την τύχη να μεγαλώνει με μια διαθέσιμη μητέρα.. Που παρέχει στο παιδί της τον καθρέφτη που του χρειάζεται- μια μητέρα που επιτρέπει στον εαυτό της να χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη του παιδιού της- τότε το παιδί καθώς μεγαλώνει αναπτύσσει σιγά σιγά μια υγιή αίσθηση για τον εαυτό του.»
«Μια υγιής αίσθηση για τον εαυτό σημαίνει την αναμφισβήτητη βεβαιότητα ότι τα συναισθήματα και οι ανάγκες μας αποτελούν κομμάτι του εαυτού μας.» (Miller, 2003, σ.64). Μέσα από μια ατμόσφαιρα σεβασμού και ανεκτικότητας για τα συναισθήματά του το παιδί θα μπορέσει προοδευτικά να αποστασιοποιηθεί από τη συμβιωτική σχέση με τη μητέρα του και να κάνει τα απαραίτητα βήματα προς την κατεύθυνση της εξατομίκευσης και της αυτονομίας. (βλ.Mahler separation – individuation process)
Αν και οι γονείς έχουν μεγαλώσει σε μια τέτοια ατμόσφαιρα σεβασμού τότε μπορούν να παρέχουν εύκολα στο παιδί τους τις αναγκαίες αυτές προϋποθέσεις για την υγιή του ανάπτυξη. Μπορούν να εξασφαλίσουν στο παιδί την απαραίτητη προστασία και συναισθηματική σιγουριά. Αν αυτό όμως δε συμβαίνει και οι γονείς είναι στερημένοι από ένα τέτοιο κλίμα τότε θα αναζητούν εκείνο που δε μπόρεσαν να τους δώσουν τότε οι γονείς τους, την παρουσία δηλαδή ενός ατόμου που θα τους καταλάβαινε, θα τους έπαιρνε στα σοβαρά.
Αυτή η ανικανοποίητη και ασυνείδητη ανάγκη μπορεί να εξαναγκάσει ένα άτομο να επιδιώξει την ικανοποίησή της με υποκατάστατους τρόπους εφόσον αγνοεί την απωθημένη ιστορία της ζωής του. Ένας αποτελεσματικός όπως φαίνεται τρόπος μέσω της υποκατάστασης είναι τα ίδια του τα παιδιά. Το μικρό παιδί εξαρτάται απόλυτα από τους γονείς του και εφόσον η φροντίδα τους είναι ουσιαστική για την επιβίωσή του θα κάνει ότι μπορεί για να μη τους χάσει. Η ικανότητα προσαρμογής των παιδιών αυτών αναπτύσσεται και τελειοποιείται σταδιακά. Εδώ βρίσκονται και οι ρίζες της συναισθηματικής διαταραχής.
Έτσι, η προσαρμογή στις ανάγκες των γονέων συχνά οδηγεί σε μια επίπλαστη προσωπικότητα, τον ψευδή εαυτό. Το άτομο αναπτύσσεται με τέτοιο τρόπο που φανερώνει μόνο όσα οι άλλοι περιμένουν από αυτό και ταυτίζεται τόσο πολύ με όλα αυτά που φανερώνει που δε μπορεί κανείς ούτε το ίδιο ότι πίσω από αυτόν τον ψευδή εαυτό κρύβονται πολύ περισσότερα. Ένα τέτοιο άτομο θα παραπονιέται συχνά για αισθήματα κενού, ματαιότητας, για το ότι δεν ανήκει πουθενά. Η αλήθεια είναι ότι βίωσε μια διαδικασία αδειάσματος, σταδιακής αποστέρησης & αποδυνάμωσης των δυνατοτήτων του καθώς αποκόπηκε και απομακρύνθηκε από όσα ήταν ζωντανά και αυθόρμητα μέσα του (αληθινός εαυτός).
Η θεραπεία
«Ένα πολύ σπουδαίο όπλο απέναντι στις ψυχικές νόσους είναι το να ανακαλύψουμε συναισθηματικά την αλήθεια για τη μοναδική ιστορία των παιδικών μας χρόνων». Να απελευθερώσουμε εντελώς τον εαυτό μας από τις ψευδαισθήσεις. «Χρειάζεται επομένως να προσπαθήσουμε ακολουθώντας μια μακροχρόνια διαδικασία, να ανακαλύψουμε τη δική μας προσωπική αλήθεια, μια αλήθεια που μπορεί να μας προκαλέσει πόνο πριν μας προσφέρει μια νέα αίσθηση ελευθερίας». Δε μπορούμε να σβήσουμε τις ζημιές που έγιναν στο παρελθόν, μπορούμε όμως να αλλάξουμε και να αναδιοργανώσουμε τον εαυτό μας και έτσι να ξανακερδίσουμε τη χαμένη μας ενότητα αν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε από πολύ κοντά και να συνειδητοποιήσουμε τη γνώση που έχουμε αποθηκεύσει στο σώμα μας γι αυτά που έγιναν στο παρελθόν. Αυτός ο δρόμος… είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε επιτέλους να αφήσουμε πίσω μας αυτή την αόρατη και απάνθρωπη φυλακή της παιδικής μας ηλικίας.». Η αναβίωση & η συνειδητοποίηση των παιδικών συναισθημάτων δε σκοτώνουν, αλλά απελευθερώνουν. «Η βίωση της προσωπικής μας αλήθειας και η συνειδητή κατανόησή της, μας δίνουν τη δυνατότητα να επιστρέψουμε στο δικό μας συναισθηματικό κόσμο όταν είμαστε πια ενήλικες με την ικανότητα να πενθήσουμε» (Miller, 2003, σ. 44)
«Ο σκοπός της θεραπείας έχει επιτευχθεί όταν ο ασθενής έχει δουλέψει συναισθηματικά την ιστορία της παιδικής του ηλικίας και κατά συνέπεια έχει ξανακερδίσει την αίσθηση ότι είναι ζωντανός». (Miller, 2003, σ. 180).
Βιβλιογραφία
Miller, A. (2003). Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας. Ροές.
Retrieved on 17.12.2011 from http://www.scribd.com/doc/35195477
http://www.alice-miller.com/articles_en.php?lang=en&nid=51&grp=11